Ετοιμάστηκα και πέρασα το ποτάμι πολύ ήσυχα, σαν κλέφτης. Ο καρόδρομος – και άλλη κυριολεξία – έμπαινε φιδωτά σε ένα πολύ πυκνό δάσος. Προχώρησα πατώντας απαλά και με μια τελευταία ματιά στα σημάδια του κάρου στην άμμο. Δεν είχε και πολύ σημασία. Και στην χώρα του Ποτέ-ποτέ να μπήκα τώρα, εδώ που έφτασα δεν έχει γυρισμό.
Οι ξύλινες ρόδες του κάρου είχαν φερθεί με σεβασμό στο δάσος από το οποίο προήλθαν και ο δρόμος ήταν ουσιαστικά δυο παράλληλα μονοπάτια μέσα στη βλάστηση. Επιπλέον το άλογο, ελλείψει αχαλίνωτης δύναμης και καταστροφικής μανίας, επέλεγε πάντα τον πιο βατό δρόμο και όχι την θρασεμένη ευθεία της μπουλντόζας, με όμορφες στροφές που αγκάλιαζαν τα υψώματα και τα ψηλά δέντρα. Τα μάτια μου τράβαγαν τα πόδια μου. Τα τρία χιλιόμετρα ως το τέλος της περιοχής που καθάριζε ο γέρος από τα ξερά κλαδιά πέρασαν πριν το καταλάβω. Συνέχισα χαρούμενος μέσα από θάμνους και βάλτους για λίγο ακόμα μέχρι που είδα ότι ο δρόμος τελείωνε. Και το νησάκι στην μέση τελείωνε. Νέστος αριστερά, Νέστος δεξία και Νέστος ίσα μπροστά μου.
Ήλιος. Ξάπλα. Επιβάλλεται. Να χωνέψει το στομάχι. Να χωνέψει το μυαλό αυτά που έζησα. Λίγο πιο ζέστη να έκανε μόνο...πήγα να βγάλω το κολεγιακό από το σακίδιο αλλά με πρόλαβε το άγγιγμα του ήλιου που ακόμα πολέμαγε τα σύννεφα. Δεν είχε βρει τρύπα κανονική αλλά ξαφνικά στη μεριά του – είχε περάσει το μεσούρανο και τράβαγε προς τη Δύση – είχε αποδυναμώσει τον εχθρικό στόλο σύννεφων. Έπεσα στην γλύκα του. Λεπτή και καθάρια η άμμος από κάτω μου, η εκπνοή των δέντρων στην μύτη μου και το νερό με τα νεροπούλια να μου τραγουδάνε. Καλά που είχα κλειστά τα μάτια γιατί κινδύνευα από υπερφόρτιση των αισθήσεων.
Κάνα μισάωρο αργότερα ο θεός Ήλιος ή ο Αίολος αποφάσισε ότι ήταν ώρα να συνεχίσω. «Εγώ θα κρυφτώ, εσύ φύσα τον». Πέρασα το ποτάμι και συνέχισα ξυπόλητος υποψιαζόμενος την ύπαρξη κάποιας διασταύρωσης του ποταμού πιο πέρα. Η πράσινη μοκέτα αναζωογόνησε τα ταλαιπωρημένα από τα άρβυλα πόδια μου. Πήγαινα προσεκτικά στην αρχή με τον φόβο του τραυματισμού στο πέλμα, το χειρότερο κακό για κάθε οδοιπόρο. Η καλή τύχη και η ανέγγιχτη φύση του μικρού νησιού με έκαναν όμως να ξεθαρέψω και προχώρησα με κανονικό ρυθμό. Σε δέκα λεπτά πέρασα το προβλεπόμενο παρακλάδι και ξανα έβαλα τις αρβύλες. Το πόδια μου ζεστάθηκαν ευχάριστα. Τα είχα στεγνώσει πολύ προσεκτικά. Εμπρός λοιπόν για την θάλασ....κι άλλο παρακλάδι! Βγάλε μπότα, βγάλε χοντρή κάλτσα, βγάλε λεπτή κάλτσα, πέρνα, στέγνωσε, καθάρισε, βάλε λεπτή κάλτσα, βάλε χοντρή, βάλε μπότα....κάποιο έργο του Δημήτρη Ψαθά με την κυρία και το τσαντάκι με στοιχειώνει.
Γύρισα στο ανάχωμα και έβαλα μπρος να δω αν όλη αυτή η καθημερινή προπόνηση με τρέξιμο στη σκοπιά κάνει τελικά κάτι. Ρυθμός αγωνιστικός. Αλλά όταν έβλεπα κάτι όμορφα γύρναγα τον διακόπτη και από φόρμουλα γινόμουν τζιπ. Ανταμοίφθηκα με κάτι χαριτωμένες μικρές γωνιές και χνάρια σκαντζόχοιρου. Συνάντησα έναν βοσκό που μου είπε ότι η θάλασσα είναι δυομιση ώρες γερό περπάτημα ακόμα. Το Δασοχώρι μια. Ένα από τα τσοπανόσκυλά του συνόδεψε εμένα και τις σκέψεις μου γύρω από τα νέα δεδομένα για λίγο. Οράματα νύχτας, άδειων δρόμων και τηλεφωνημάτων στον επόπτη ότι θα αργήσω. Μπορούσα βέβαια να γυρίσω στο χωριό τώρα, έβγαινε.
Αλλά συνέχισα. Με τον ίδιο ρυθμό και τις ίδιες σουλάτσες προς το ποτάμι όπου μπορούσα. Ένα πορτοκάλι επί ποδός για να πάρω δυνάμεις και φρέσκα ίχνη τυφλοπόντικα. Πάνω που διαπραγματευόμουνα την απόσταση και τις δυνάμεις μου έπιασε κάτι το μάτι μου. Με το που το είδα, έπεσε στο νερό. Το κάτι, όχι το μάτι. Σε ένα κούτσουρο στην άκρη μιας μικρής λακούβας/λίμνης 5Χ5 ένα κάτι γκριζωπό, εικοσιπέντε πόντους χωρίς την ουρά. Κοιταχτήκαμε για λίγο και βούτηξε κι αυτό να βρει το άλλο κάτι. Ή ίσως το κάτι άλλο. Έμεινα εντελώς ακίνητος και περίμενα. Μικρές φυσαλίδες μου έδειχναν τι κάνουν τα κάτι στο κάτω κάτω. Ακολουθούσα το ένα για καμπόση ώρα μέχρι που αναδύθηκαν δυο ματάκια. Σαν φυσαλίδες που δεν σκάσανε. Έμεινα καρφωμένος και ακίνητος αλλά χαμογέλασα. Δική τους δουλειά τι κάνουν τα κάτι εκεί κάτω, δεν κάνω την κυρά Κατίνα, κάνα δεν κάνανε κακό, ήταν το νερό θολό. Το κάτι έκανε ότι δεν με είδα και καταδύθηκε πολύ αργά. Γέλαγα δυνατά μόνος μου σχεδόν πέντε λεπτά με την όλη σκηνή.
Ούτε οι αποτυχημένοι γλωσσοδέτες ούτε τα μπουρσίκια, όπως έμαθα αργότερα ότι λέγονται αυτά τα «κάτι», μου έδειχναν ότι πλησίαζα την θάλασσα. Περιέργως δεν ανησυχούσα καθόλου. Πέρασαν δυο γλάροι. Τους ευχαρίστησα για την συμπαράσταση. Το τοπίο είχε αρχίσει να αλλάζει. Αμμώδες πολύ το έδαφος. Μια μεγάλη βοή. Σε κάθε στροφή περίμενα να την δω αλλά πουθενά αυτή. Προχωρούσα, προχωρούσα, δυνάμωνε η βοή, δυνάμωνε ο άερας, πήγαινα, πήγαινα, πέρασα ένα φυλάκιο παρατήρησης πουλιών, πέρασα κάτι παράγκες και δυο ψαράδες που μου δείξανε πόσο εύκολα πιάνουν ψάρια εδώ, φύσαγε, μου ερχόταν να τρέξω. Ένα υψωματάκι με δέντρα και θάμνους.
Η θάλασσα.
Πρώτη φορά όλη μέρα που βγήκε κανονικά ο ήλιος.
Αν θέλει κάποιος ας μου μιλήσει για συμπτώσεις, προδιάθεση, μετεωρολογία ή επιλεκτική παρατήρηση. Μέσα στα κύματα που χάνονταν στα βάθη του Αιγαίου και στον Ήλιο που έλαμπε σαν να μην είχε λείψει ποτέ εγώ ξέρω τι ήταν. Ο ήλιος χάθηκε σχεδόν αμέσως κι εγώ ντύθηκα καλά και έκατσα με μεταοργασμική ηρεμία να μασουλάω ξηρούς καρπούς και σταφίδες δίπλα στη θάλασσα.
Οι δυομιση ώρες του βοσκού αποδείχθηκαν μια δικιά μου όχι γιατί περπατάω τόσο γρήγορα από το μέσο πρόβατο αλλά γιατί στην εποχή μας οι βοσκοί έχουν χάσει λίγο την αίσθηση των αποστάσεων. Το δεξί τους πόδι τους οδηγάει πιο συχνά πλέον. Από μεταφυσική μαζοχιστική διάθεση περπάτησα δίπλα στην θάλασσα, στην βαθιά μαλακή άμμο και όχι στα πιο εύκολα χώματα στους θάμνους. Δυο ψαροπούλια ψάχνανε στην άμμο, σηκώνονταν όταν τα πλησίαζα, σταματούσαν πιο κάτω, ξανάψαχναν και άντε πάλι. Εκτός αν ακολουθούσαν και αυτά τα χνάρια ενός έμπειρου σκύλου που με συνόδευε και μου έδειχνε πότε να ανεβαίνω πιο ψηλά για να μην βραχώ. Μάζεψα ένα κοχύλι για κάθε φίλο που μου θύμιζε.
Χαιρέτησα το Αιγαίο και έκοψα μέσα στους αμμόλοφους να βγω στον δρόμο πριν τον Ραδιοσταθμό. Κατά καλή μου τύχη ένας βοσκός λίγο πριν τις τεράστιες κεραίες με προειδοποίησε ότι η περιοχή στην οποία μπήκα είναι αμερικανική στρατιωτική βάση και ο «ραδιοσταθμός» στον χάρτη μου, πομποί για την «φωνή της αμερικής». Πέρασα μέσα από το αχανές σύμπλεγμα, τους τεράστιους πυκνωτές, την περίεργα κόκκινη εκκλησία και το ψυχεδελικό «Ed ‘sloe’ Davis Golf Course and club” με την φοβερή ησυχία και το μουντό φως να τα κάνουν όλα σα σκηνή από την «επόμενη μέρα». Ευτυχώς με βρήκε ο μόνος Έλληνας υπάλληλος που – αφού μου εξήγησε τι θα πάθαινα αν πήγαινα στην πύλη που είχα σχεδόν φτάσει – με γύρισε όλο τον δρόμο που έκανε και με πήγε στο Δασοχώρι από άλλον δρόμο.
Στο άδειο μικρό χωριό βρήκα μια γριούλα. Πείστηκε ότι δεν είμαι εξωγήινος και μου είπε ότι το μοναδικό λεωφορείο είχε περάσει στις τέσσερις. Κατά διαολική μου τύχη όμως εκείνη τη στιγμή ήρθε το μόνο αυτοκίνητο στην περιοχή και με πήρε. Είχε γυρίσει από Εύλαλο γιατί ξέχασε κάτι φασόλια που είχε ταγμένα. Έτρεξα στο μυαλό μου τον χάρτη και του ζήτησα να με αφήσει λίγο πριν το χωριό σε πιο κεντρική διασταύρωση. Αν έβρισκα κάτι, εκεί θα το έβρισκα. Όλοι είναι στο καρναβάλι σήμερα. Περνάω τον δρόμο και έρχεται πράγματι από τον άλλο δρόμο λεωφορείο. Λεωφορείο; Για Ξάνθη; Ε, βέβαια. Έτσι όπως πάει το γούρι αυτό, θα το συνηθίσω. Λες να έχει καζίνο η Ξάνθη; Αν δεν παίξω σήμερα δεν θα παίξω ποτέ.
Έξι παραπέντε με άφησε στην κεντρική πλατεία. Έξι είχα πει ότι θα τηλεφωνούσα την φίλη μου την Σουζάνα στην Γερμανία. Ήταν χάλια. Πέθαινε ο παπούς της. Τρεις ασθενείς στην πτέρυγα που δούλευε είχαν πεθάνει και αυτοί σε δέκα μέρες. Το τηλέφωνο είναι το χειρότερο μέσο όταν ο άλλος χρειάζεται απλώς μια γερή αγκαλιά.
«Μακάρι να μπορούσα να σου στείλω τηλεφωνικώς την καλή μου τύχη» αστειεύτηκα. Αλλά το εννοούσα. Δεν είχα τι άλλο να τις δώσω.
Η υπόλοιπη μέρα μου πήγε εντελώς στραβά.
Γίνετε ο πρώτος που θα βαθμολογήσει αυτή τη δημοσίευση
- Currently 0/5 Stars.
- 1
- 2
- 3
- 4
- 5